ΜΥΣΤΙΚΗ ΔΙΑΘΗΚΗ (Α.Κ. 1738)


Προϋποθεσεις Έγκυρης Σύνταξης και Εγχείρισης Μυστικής Διαθήκης

 

Η Μυστική Διαθήκη αποτελεί ένα από τα έξι (6) είδη διαθηκών που προβλέπει ο Αστικός Κώδικας.

[Ο Α.Κ. ειδικότερα γνωρίζει ΔΥΟ (2) ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΔΙΑΘΗΚΩΝ:

τις ΤΑΚΤΙΚΕΣ: 1) Ιδιόγραφη Διαθήκη, 2) Δημόσια Διαθήκη, 3) Μυστική Διαθήκη και

τις ΕΚΤΑΚΤΕΣ: 1) Διαθήκη σε πλοίο, 2) Διαθήκη σε εκστρατεία, 3) Διαθήκη σε αποκλεισμό]

Η καθιέρωση τόσων πολλών ειδών διαθηκών μαρτυρά τη βούληση του νομοθέτη να δώσει τη δυνατότητα σε όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να ορίσουν οι ίδιοι την τύχη της κινητής και ακίνητης περιουσίας τους ή και ενδεχομένως να ρυθμίσουν άλλα θέματα (π.χ. να προβούν σε αναγνώριση τέκνου κλπ).

Όλες οι διαθήκες υπόκεινται σε κάποιο τύπο, άλλοτε πολύπλοκο (όπως λ.χ. η δημόσια, η μυστική, η διαθήκη σε πλοίο ή σε αποκλεισμό) και άλλοτε απλούστερο (ιδιόγραφη, σε εκστρατεία). Διαθήκη άτυπη, απλώς προφορική, δεν υπάρχει.

Τα διάφορα είδη διαθηκών είναι νομικώς ισοδύναμα.

Η μεταγενέστερη διαθήκη καταργεί την προηγούμενη, χωρίς να εξετάζεται το είδος της προηγούμενης.

ΜΥΣΤΙΚΗ ΔΙΑΘΗΚΗ (Α.Κ. 1738):

Μυστική διαθήκη έχουμε, όταν ο διαθέτης εγχειρίζει στον/στην Συμβολαιογράφο, ενώ είναι παρόντες τρεις μάρτυρες ή δεύτερος/η Συμβολαιογράφος και ένας μάρτυρας,  έγγραφο, δηλώνοντας προφορικά[1] ότι αυτό περιέχει την τελευταία του βούληση. Ο/η Συμβολαιογράφος παραλαμβάνει το εγχειριζόμενο έγγραφο, αν δεν είναι σφραγισμένο το σφραγίζει, σημειώνει πάνω σε αυτό το ονοματεπώνυμο του διαθέτη και τη χρονολογία (κάτω από τη σημείωση αυτή βάζουν την υπογραφή τους ο διαθέτης, ο/η Συμβολαιογράφος και οι μάρτυρες) και στη συνέχεια συντάσσει συμβολαιογραφική πράξη που βεβαιώνει την εγχείριση του εγγράφου. Ο αριθμός της συμβολαιογραφικής πράξεως σημειώνεται πάνω στο εγχειριζόμενο έγγραφο (χωρίς όμως ποινή ακυρότητας), το οποίο προσαρτάται στη συμβολαιογραφική πράξη. Η μυστική διαθήκη συνεπώς αποτελεί σύνθετη δικαιοπραξία και αποτελείται από δύο έγγραφα: Την συμβολαιογραφική «πράξη καταθέσεως ή εγχειρίσεως»  και το προσαρτημένο εγχειριζόμενο έγγραφο.

Η σύνταξη της μυστικής διαθήκης αρχίζει με την εγχείριση του εγγράφου της διαθήκης και περιλαμβάνει τα ακόλουθα στάδια:

α) Εγχείριση του εγγράφου στον/ην Συμβολαιογράφο.

β) Σφράγιση του εγγράφου

γ) Σημείωση πάνω στο εγχειριζόμενο έγγραφο

δ) Σύνταξη της συμβολαιογραφικής πράξης περί της μυστικής διαθήκης.

Η χρονολογία εγχείρισης (Α.Κ.1742 § 1) μπορεί να είναι διαφορετική από τη χρονολογία της συμβολαιογραφικής πράξης (Α.Κ.1743 § 2). Στην περίπτωση αυτή χρονολογία της διαθήκης είναι η χρονολογία της πράξης[2]. Σε όλα τα στάδια της μυστικής διαθήκης πρέπει, επί ποινή ακυρότητας (Α.Κ.1718),  να είναι παρόντα όλα τα πρόσωπα που συμπράττουν. Επίσης άλλα τρίτα πρόσωπα δεν εμποδίζεται να παρίστανται κατά τη σύνταξη της διαθήκης, δεν εφαρμόζεται δηλαδή η σχετική απαγόρευση (του Α.Κ.1730 § 3) που ισχύει για τη δημόσια διαθήκη.

 

Ειδικότερα:

  •  Εγχείριση Εγγράφου στον/ην Συμβολαιογράφο:

- Το εγχειριζόμενο έγγραφο περιέχει την τελευταία βούληση του διαθέτη. [Αν – έστω και κατά λάθος- το εγχειριζόμενο έγγραφο δεν περιέχει διατάξεις τελευταίας βούλησης δεν έχουμε μυστική διαθήκη].

- Το εγχειριζόμενο έγγραφο μπορεί να γραφεί από τον διαθέτη ή από άλλο (ακόμα και κληρονόμο), με το χέρι ή με μηχανικό μέσο. Ο διαθέτης δεν έχει υποχρέωση να δηλώσει ποιος έχει συντάξει το έγγραφο[3]. Αν έχει γραφεί από τον διαθέτη λέγεται ιδιόγραφη μυστική διαθήκη. Στις άλλες περιπτώσεις έχουμε αλλόγραφη μυστική διαθήκη.

Αν το έγγραφο είναι γραμμένο μερικά ή ολικά από άλλον ή αν είναι γραμμένο με μηχανικό μέσο, πρέπει με ποινή ακυρότητας (Α.Κ.1718) να φέρει την υπογραφή του διαθέτη στο τέλος κάθε ημίφυλλου, δηλ. σε κάθε δισέλιδο. Επίσης ο διαθέτης υπογράφει κάτω από τις απλές προσθήκες σε περιθώριο ή σε υστερόγραφο, διαφορετικά αυτές θεωρούνται σαν να μην έχουν γραφεί, ενώ διαγραφές, παρεγγραφές, ξύσματα ή άλλα εξωτερικά ελαττώματα του εγχειριζόμενου εγγράφου βεβαιώνονται από το δικαστήριο που δημοσίευσε τη διαθήκη και μπορούν κατά την κρίση του δικαστηρίου να επιφέρουν ολικά ή μερικά την ακυρότητα της διαθήκης (Α.Κ.1740 § 2 και Α.Κ.1721 § 4). 

- Η χρησιμοποιούμενη γλώσσα μπορεί να είναι οποιαδήποτε.

- Δεν είναι απαραίτητο στο έγγραφο να αναφέρεται ημερομηνία και τόπος σύνταξης.

- Το έγγραφο πρέπει επί ποινή ακυρότητας (Α.Κ.1718)  να φέρει την υπογραφή του διαθέτη. Αν τυχόν ο διαθέτης δεν υπογράψει το έγγραφο που περιέχει την τελευταία βούλησή του ή αν τυχόν ο διαθέτης μπορεί να διαβάζει χειρόγραφα, αλλά δεν μπορεί να γράψει, πρέπει, με ποινή ακυρότητας (Α.Κ.1718),

α) Να δηλώσει μπροστά στο συμβολαιογράφο και τα πρόσωπα που συμπράττουν ότι διάβασε το έγγραφο (Α.Κ.1744 εδ.1),

β) Να διευκρινίσει τα αίτια που τον εμπόδισαν να υπογράψει. Τα πιο πάνω πρέπει με ποινή ακυρότητας (Α.Κ.1718) να βεβαιωθούν στην συμβολαιογραφική πράξη (Α.Κ.1744 εδ.2).

Σύμφωνα με τη διάταξη του Α.Κ. 1738, ο διαθέτης εγχειρίζει το έγγραφο στον/ην Συμβολαιογράφο αυτοπροσώπως. Γίνεται δεκτό, πως είναι αδιάφορο αν ο διαθέτης γνωρίζει ή όχι το περιεχόμενο του εγγράφου[4].     

  • Σφράγιση εγχειριζόμενου εγγράφου: (Α.Κ.1741)

«Σφράγιση» του εγγράφου δεν σημαίνει επίθεση σφραγίδας αλλά κλείσιμο του εγγράφου κατά συγκεκριμένο τρόπο. Το εγχειριζόμενο έγγραφο, πρέπει επί ποινή ακυρότητας (Α.Κ.1718), να σφραγιστεί, έτσι ώστε να μην μπορεί να ανοιχτεί χωρίς ρήξη ή βλάβη του σφραγίσματος, αν δεν είναι σφραγισμένο με τέτοιο τρόπο. Για τη σφράγιση δεν απαιτείται να χρησιμοποιηθεί ύλη με επίθεση σ’ αυτήν σφραγίδας, αρκεί λ.χ. να χρησιμοποιηθεί φάκελλος με κόλλα.[5] Η σφράγιση πρέπει, επί ποινή ακυρότητας (Α.Κ.1718), να γίνει μπροστά στον διαθέτη και στα πρόσωπα που συμπράττουν. Το ίδιο ισχύει και για το περικάλυμμα του εγγράφου, αν δεν είναι σφραγισμένο με τον παραπάνω τρόπο (Α.Κ.1741).

  •  Σημείωση στο εγχειριζόμενο έγγραφο: (Α.Κ.1742)

Στο εγχειριζόμενο έγγραφο, που είναι σφραγισμένο ή που σφραγίζεται, ή στο περικάλυμμά του, ο/η Συμβολαιογράφος πρέπει,  επί ποινή ακυρότητας (Α.Κ.1718), να σημειώσει: α) το ονομα και το επώνυμο του διαθέτη και β) τη χρονολογία της εγχείρισης. Κάτω από τη σημείωση αυτή, πρέπει, με ποινή ακυρότητας (Α.Κ.1718), βάζουν την υπογραφή τους ο διαθέτης και  τα πρόσωπα που συμπράττουν. Αν ο διαθέτης δηλώσει ότι δεν μπορεί να υπογράψει, η υπογραφή του αναπληρώνεται, με ποινή ακυρότητας (Α.Κ.1718), από τη βεβαίωση της δήλωσης αυτής στη σημείωση  (Α.Κ.1742 § 1 εδ.β’).

  •   Σύνταξη της συμβολαιογραφικής πράξης: (Α.Κ.1743)

Για την κατάρτιση της μυστικής διαθήκης, πρέπει, επί ποινή ακυρότητας (Α.Κ.1718), να συνταχθεί πράξη.

- Στην πράξη πρέπει, επί ποινή ακυρότητας (Α.Κ.1718), να περιλαμβάνονται:

1. Η ημέρα, ο μήνας, το έτος και ο τόπος σύνταξης  (Α.Κ.1743 § 2 εδ.α’, 1732 § 1 αριθμ.1).

2. Ο προσδιορισμός του διαθέτη, ώστε να μη γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του (Α.Κ.1743 § 2 εδ.α’, 1732 § 1 αριθμ.3).

3. Το όνομα και το επώνυμο που έχουν ο/η Συμβολαιογράφος και τα λοιπά πρόσωπα που συμπράττουν (Α.Κ.1743 § 2 εδ.α’, 1732 § 1 αριθμ.3).

Πρέπει επίσης να περιλαμβάνεται, χωρίς όμως ποινή ακυρότητας (Α.Κ.1743 § 2 εδ.α’, 1732 § 1 αριθμ.3): Η έδρα του συμβολαιογράφου, το επάγγελμα και η κατοικία των λοιπών προσώπων που συμπράττουν (Α.Κ.1743 § 2 εδ.α’, 1732 § 1 αριθμ.3).

- Στην πράξη πρέπει, επί ποινή ακυρότητας (Α.Κ.1718), να βεβαιώνεται εκτός από την ανάγνωση και την υπογραφή, ότι τηρήθηκαν τα εξής:

1. Η παρουσία σε όλα τα στάδια της του/της Συμβολαιογράφου και των προσώπουν που συμπράττουν (Α.Κ.1743 § 2 εδ.β’, 1730 § 2)

2. Η κατάρτιση διαθήκης με εγχείριση εγγράφου κλπ (Α.Κ.1743 § 2 εδ.β’, 1741)

3. Η σφράγιση του εγγράφου κλπ (Α.Κ.1743 § 2 εδ.β’, 1741)

4. Η σημείωση που έγινε στο εγχειριζόμενο έγγραφο (Α.Κ.1743 § 2 εδ.β’, 1742) 


ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΜΥΣΤΙΚΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ: (Α.Κ.1766 § 2 εδ.α’)

Ο διαθέτης μπορεί να αναλάβει οποτεδήποτε τη μυστική διαθήκη. Η ανάληψη έχει ως αντικείμενο το έγγραφο που περιέχει την τελευταία βούληση του διαθέτη και το οποίο έχει εγχειριστεί στον/ην Συμβολαιογράφο και σφραγιστεί (Α.Κ.1766 § 1 εδ.α’).

Η απόδοση του εγγράφου μπορεί να γίνει μόνο προσωπικά στον διαθέτη (Α.Κ.1766 § 2 εδ.β’). Για την απόδοση συντάσσεται πράξη κατά τις κοινές διατάξεις κάτω από την πράξη κατάρτισης της διαθήκης (Α.Κ.1766 § 2 εδ.γ’).

Η ανάληψη της μυστικής διαθήκης λογίζεται ως ανάκλησή της. Η ανάκληση είναι πλασματική, δηλαδή δεν προϋποθέτει βούληση ανάκλησης. Προϋποθέτει όμως ικανότητα ανάκλησης.

 


[1] Μυστική διαθήκη μπορεί να συντάξει και άλαλος ή κωφάλαλος υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 1745 Α.Κ.

[2] Έτσι Μπαλής, Λιτζερόπουλος, αλλιώς όμως Παπαντωνίου, Καλλινίκου.

[3] ΑΠ 396/1971

[4] ΣΠΥΡΙΔΑΚΗΣ, Ι. Σ., Εγχειρίδιο Αστικού Δικαίου 5. ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, εκδ. Αντ.Ν.Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή²  2000, σ. 51

[5] ΑΠ 770, 771/1970

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ (ΕΥΗ) Ι. ΡΑΜΜΟΥ

ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΟΣ

ΝΙΚΗΣ 33 (2ος όροφος)

T.K.10557 - ΑΘΗΝΑ

Τηλ.: 2103223454
Fax: 2103223456
Κιν.: 6973639770
e-mail: erammou@otenet.gr

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΝΕΑ